Κυριακή, 15 Απριλίου 2012

Οι νέοι έχουν δίκιο να είναι οργισμένοι Συνέντευξη του Αρχιεπισκόπου Αλβανίας κ. Αναστασίου στην εφημερίδα «Καθημερινή»‏

Οι νέοι έχουν δίκιο να είναι οργισμένοιΣυνέντευξη του Αρχιεπισκόπου Αλβανίας κ. Αναστασίου στην εφημερίδα «Καθημερινή»
νεοι— Η παγκόσμια οικονομική κρίση έχει προκαλέσει ανασφάλεια στους ανθρώπους, σε όλο τον κόσμο. Η Εκκλησία, ως πνευματικός και κοινωνικός φορέας, πώς παρεμβαίνει;
— Η παρέμβασή της γίνεται με την επισήμανση του πυρήνα του προβλήματος και τον τονισμό των χριστιανικών απόψεων για την αντιμετώπισή του. Με τον πιο επίσημο τρόπο η Ορθόδοξη Εκκλησία διακήρυξε με μια φωνή, στο Μήνυμα των Προκαθημένων των Ορθοδόξων Εκκλησιών (Κων/πολις, Οκτώβριος 2008), ότι «το χάσμα μεταξύ πλουσίων και πτωχών διευρύνεται δραματικώς εξ αιτίας της οικονομικής κρίσεως, η οποία είναι αποτέλεσμα μανιακής, συχνά, κερδοσκοπίας εκ μέρους οικονομικών παραγόντων και στρεβλής οικονομικής δραστηριότητος, η οποία, στερουμένη ανθρωπολογικής διαστάσεως και ευαισθησίας, δεν εξυπηρετεί τελικώς τας πραγματικάς ανάγκας της ανθρωπότητος. Βιώσιμος οικονομία είναι εκείνη η οποία συνδυάζει την αποτελεσματικότητα με την δικαιοσύνην και την κοινωνικήν αλληλεγγύην». Η Εκκλησία αδιάκοπα υποδεικνύει την ενδεδειγμένη κατεύθυνση: λιτότητα και εγκράτεια στην προσωπική ζωή, ειλικρινή αυτοκριτική, σεβασμό στην αξιοπρέπεια του κάθε ανθρωπίνου προσώπου, όπου και σε όποιες συνθήκες και αν γεννήθηκε. Και ακόμα, η Εκκλησία έχει χρέος να αγωνίζεται για δικαιότερους κοινωνικούς θεσμούς, διορατικές ρυθμίσεις, περισσότερη αλληλεγγύη, γνησιότερη αγάπη. Βεβαίως, αν παραμείνει σε θεωρητικές διακηρύξεις, δεν πείθει. Η πιο σημαντική βοήθεια και διαρκής παρέμβαση είναι η διακήρυξη αυτών των αληθειών με τη συνεπή συμπεριφορά, με το έργο των μελών της, ιδιαίτερα όσων έχουν υπεύθυνη θέση.
— Στην Ελλάδα, από ενάμιση εκατομμύριο μετανάστες, νόμιμους και μη, οι 800.000 προέρχονται από την Αλβανία. Ποια πρέπει να είναι η συμπεριφορά μας απέναντι στους μετανάστες;
— Η θέση της Εκκλησίας, ως συνόλου και κάθε χριστιανού προσωπικά, είναι ο σεβασμός παντός ανθρωπίνου προσώπου, ανεξαρτήτως καταγωγής η γλώσσας, ιδιαιτέρως όταν βρίσκεται σε δοκιμασία και ανάγκη. Η φράση του Χριστού «ξένος ήμην και συνηγάγετέ με» (Ματθ. 25:35), με την οποία ο ίδιος ο Κύριος ταυτίζεται με τον ξένο, καθορίζει το εκκλησιαστικό μας χρέος. Σε αυτήν την κατηγορία ανήκουν αναμφισβήτητα οι μετανάστες και η Εκκλησία αυτό το πνεύμα καλλιεργεί και ενισχύει, στηλιτεύοντας τον ρατσισμό και συμβάλλοντας στην ομαλή ένταξή τους στην τοπική κοινωνία. Υπάρχουν, βεβαίως, και περιπτώσεις όπου ορισμένοι μετανάστες δημιούργησαν σοβαρά προβλήματα. Αλλά από καμιά κοινωνική ομάδα δεν λείπουν τα αρνητικά παραδείγματα. Ας μη παραθεωρείται όμως το γεγονός ότι οι μετανάστες συνέβαλαν και στην ανάπτυξη της οικονομίας σε ανάγκες οι οποίες δεν ήταν δυνατόν να καλυφθούν από εντοπίους. Τη μεταναστευτική βέβαια πολιτική κάθε χώρας την καθορίζει η αρμόδια πολιτεία. Ειδικότερα για την Αλβανία, πιστεύω ότι θα συνέβαλλε αποφασιστικά στη μείωση του μεταναστευτικού κύματος και στην επιστροφή πολλών Αλβανών η ταχύτερη και γενικότερη ανάπτυξη της χώρας. Προς αυτήν την κατεύθυνση θα χρειαστεί συστηματικότερη επενδυτική δραστηριότητα, σταθερή και στενή συνεργασία Ελλάδος και Αλβανίας. Η κοινωνική, οικονομική και πνευματική άνοδος της μιας θα είναι ευεργετική και για την άλλη.
— Ποια συμβουλή θα δίνατε σε έναν θυμωμένο 15χρονο;
νεος— Κατ’ αρχήν θα του έλεγα ότι έχει δίκιο που θυμώνει με όσα απαράδεκτα διαπιστώνει καθώς μεγαλώνει. Με την ασυνέπεια λόγων και έργων των μεγάλων. Με την αδικία της κοινωνίας. Με τη χλιδή των ολίγων και την ανέχεια των πολλών. Με την υποκρισία και ανευθυνότητα των λεγομένων αρμοδίων στους διαφόρους τομείς της κοινωνικής ζωής. Αλλά μετά την οργή, πρέπει νηφάλια να καθήσει να σκεφθεί ποιο είναι το δικό του χρέος. Τώρα που βρίσκεται στην εφηβική ηλικία, να μην εκχωρεί την προσωπική του βούληση και ελευθερία σε συνθήματα άλλων που μπορεί να κινούνται από ιδιοτελείς επιδιώξεις. Να μη γίνει άχρωμο στοιχείο μιας μάζας, αλλά να μείνει υπεύθυνο κύτταρο της κοινωνίας. Και όταν μεγαλώσει, να μη μιμηθεί αυτές τις συμπεριφορές που σήμερα κατακρίνει. Να μη συμβιβαστεί με την κρατούσα νοοτροπία της ανεντιμότητος, της πλεονεξίας, της σκληροκαρδίας, της ασυνεπείας και του εγωκεντρισμού. Να συνεχίσει υπεύθυνα την αναζήτηση. Υπάρχουν στην ιστορία του λαού μας, στην ιστορία της Εκκλησίας μας, υπέροχα παραδείγματα ακεραιότητος, δημιουργικότητος, υπευθυνότητος, αυτοθυσίας για χάρη του λαού. Πολλά έχουν αμφισβητηθεί στο πέρασμα του χρόνου. Αναμφισβήτητα όμως παραμένουν η ελευθερία και η αγάπη. Η μία συμπληρώνει την αλλη. Της δίδει βάθος και ουσία. Η ελευθερία αρχίζει με την υπέρβαση του εγωκεντρικού εαυτού μας. Και η αγάπη εκφράζεται με σεβασμό στο κάθε ανθρώπινο πρόσωπο, εκδηλώνεται έμπρακτα, χωρίς απαίτηση ανταλλαγμάτων. Η επιλογή, τελικά, είναι δική του. Το μόνο που μπορώ να τον βεβαιώσω είναι ότι προσωπικά δεν έχω μετανιώσει οσάκις έμεινα πιστός στο πνεύμα του Ευαγγελίου. Η ορθόδοξη πνευματικότητα, βασισμένη στην εσωτερική ελευθερία και την αγάπη, οδηγεί σε μια συνεχή ωρίμανση, υπεύθυνη στάση ζωής και δημιουργικότητα.
— Εχετε διακονήσει σε πολλά και «δύσκολα» μέρη της Γης. Ποιες είναι οι πιο έντονες αναμνήσεις σας;
— Αυτές δεν χωρούν στις γραμμές μιας συνεντεύξεως. Είναι πολλές αναμνήσεις από τα χρόνια που διακόνησα στην Αφρική• από την περίοδο των μεταπτυχιακών σπουδών στη Γερμανία, όταν ταξίδευα μεταφέροντας σε μια βαλίτσα τα απαραίτητα για να τελέσω τη Θεία Λειτουργία για τους Ελληνες μετανάστες σε διάφορες γωνιές των εργοστασίων. Ιδιαίτερα πολλές από τα τελευταία 17 χρόνια στην Αλβανία. Επίσης, αναμνήσεις από επαφές με ανθρώπους διαφόρων θρησκευτικών παραδόσεων σε διάφορες ασιατικές χώρες, στην Ινδία, στην Κίνα, στην Ιαπωνία. Δεν λησμονώ την Πρωτοχρονιά του 1964, στη ζούγκλα μεταξύ Μεξικού και Γουατεμάλας –στη διάρκεια επιστημονικής έρευνας– μόνος και άρρωστος, φιλοξενούμενος από ένα ζευγάρι Αμερικανών ιεραποστόλων που ζούσαν εκεί μεταφράζοντας την Καινή Διαθήκη σε γλώσσες αμερικανικών φυλών. Αναπολώ τις σκέψεις που με είχαν παρηγορήσει: «Ο,τι κι αν συμβεί, είσαι στα χέρια του Θεού. Αποδέξου τη ζωή με τις δυσκολίες της. Να σου φθάνει ο Θεός».
Αργότερα, θυμάμαι, στην Κένυα το 1988, στη Λαϊκίπια, σε 2.000 υψόμετρο, κοντά στον ισημερινό, κάτω από την επιβλητική κορυφή του όρους Κένυα. Ανάμεσα στους νεοφώτιστους ήταν πολλοί και πολλές από τη φυλή Τουρκάνα, που μέχρι πρότινος ζούσαν σε πρωτόγονες συνθήκες. Είχα τη χαρά να λειτουργήσω μαζί τους στο Ολ Μαράν, σε ένα παράπηγμα που άφηνε ελεύθερο τον βουνίσιο δυνατό αέρα και τη βροχή να ανακατεύονται με τις ψαλμωδίες. Βλέποντας τα ηλιοκαμένα πρόσωπα των νεοφωτίστων Αφρικανών να προσέρχονται εκστατικά στη Θεία Κοινωνία, ένοιωσα την ανάγκη να ομολογήσω: «Εκ μέρους του λαού και της Εκκλησίας της χώρας μου, που την ίδρυσε ο Απόστολος Παύλος, θέλω να σας ζητήσω συγγνώμη γιατί ήρθαμε τόσο αργά, με καθυστέρηση αιώνων».
Ολοζώντανα μένουν στη μνήμη μου τα πρώτα Χριστούγεννα στα Τίρανα, το 1991, όταν λειτουργήσαμε στον καθεδρικό ναό, που ήταν εσωτερικά εντελώς κατεστραμμένος. Είχαμε βάλει νάιλον στα παράθυρα για να κρυώνουμε λιγότερο• η βροχή διαπερνούσε τη στέγη. Ο ναός όμως ήταν κατάμεστος και η ατμόσφαιρα συγκλονιστική. Στη συνέχεια, σκέπτομαι την Πρωτοχρονιά του 1992 στην Κορυτσά. Μετά τον μακροχρόνιο διωγμό, τελέσαμε την πρώτη Λειτουργία στον παλαιό Καθεδρικό ναό της Κορυτσάς, ο οποίος είχε μετατραπεί σε Μουσείο. Το καλοκαίρι, όταν είχα ζητήσει να τον επισκεφθώ, ο πρόεδρος Αλία είχε αποκλείσει οποιαδήποτε επιστροφή του χώρου αυτού στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Είχε υπογραμμίσει: Ποτέ! Να όμως που ο Θεός άνοιξε πάλι δρόμους στα αδιέξοδα. Η συγκινητική εμπειρία συμπυκνώθηκε στη βεβαιότητα: Υπάρχει ελπίδα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου