Τετάρτη, 18 Απριλίου 2012

Δημήτριος Τσελεγγίδης: Οι γονείς "μπαζώνουν τα παιδιά τους με τα απόβλητα της κενοδοξίας τους!



Η δεύτερη ερώτηση από  ομιλία που πραγματοποιήθηκε στην αίθουσα της Ιεράς Μητροπόλεως Λεμεσού στις 16 Δεκεμβρίου 2011 με τον κ. Δημητρίου Τσελεγγίδη, Καθηγητή Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ
Η υποδομή της Χριστιανικής μας ταυτότητας, υπόθεση ζωής
Δημήτριος Τσελεγγίδης Καθηγητής Α.Π.Θ
(Ερώτηση 2)
Ορίστε, πάτερ.
Εγώ να μεταφέρω τη συζήτησή μας σε κάποιο άλλο επίπεδο, αυτό που μόλις αναφέρατε, κύριε καθηγητά, ανταποκρινόταν όταν ο άνθρωπος μεγαλώσει και μπει κάτω από την εποπτεία την πνευματική ενός Επισκόπου. Τι γίνεται όμως όταν είναι κάποιος μικρό παιδί; Βλέπουμε ότι, όπως μας είπατε, όταν βαπτιστεί ο καθένας από μας πολιτικογραφείται Ορθόδοξος Χριστιανός, λαμβάνει με το Χρίσμα του τις δωρεές του Αγίου Πνεύματος κι επομένως εν δυνάμει  μετέχει στην Βασιλεία του Θεού και η Βασιλεία του Θεού εντός εστί του ανθρώπου. Τι γίνεται όμως όταν το παιδί αυτό, ένα μικρό παιδάκι, μεγαλώνοντας, επειδή δεν έχει συνειδητοποιημένη πίστη στην αρχή, δέχεται όλες τις προτροπές, όλες τις παραινέσεις των γονέων του, που πολλές φορές το μπολιάζουν είτε με τους εγωισμούς τους, είτε με τις φιλοδοξίες τους και με τα άλλα πάθη τους. Αυτό δεν μπορεί να λειτουργήσει αρνητικά στην πνευματική πρόοδο ενός νεαρού παιδιού; Και αργότερα, πόση προσπάθεια χρειάζεται για να αποκόψει αυτά τα πράγματα από την ζωή του και να μπει σε μια τροχιά, ούτως ώστε να ανακαλύψει αυτήν την Χάριν που έχει μέσα του;

Ωραίο είναι και πρακτικό το ερώτημά σας! Το απαντά πολύ αναλυτικά και ανάγλυφα ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, και πάλι, στο έργο του «Περί κενοδοξίας και όπως δει τους γονέας ανατρέφειν τα τέκνα». Εκεί λέει ακριβώς αυτό το πράγμα, ότι πρώτοι που «μπαζώνουν» -να χρησιμοποιήσω την έκφραση του πατρός Παϊσίου- που μπαζώνουν το παιδί, είναι οι γονείς του με τα απόβλητα της κενοδοξίας τους· αυτά που συνήθως λέγονται από αγάπη, αλλά από άρρωστη αγάπη, είναι που δημιουργούν το μπάζωμα, την αγάπη του εαυτού του την άρρωστη, τη φιλαυτία δηλαδή, κι έτσι το παιδί όταν φτάνει στην εφηβεία, προς έκπληξη των γονέων, αρχίζει να τους θεωρεί ως τους μεγαλύτερους εχθρούς του! Γιατί; Γιατί απλούστατα δεν του κάνουν τα θελήματα. Μέχρι τότε του ηύξαναν τη φιλαυτία. Βέβαια οι γονείς βάζουν και κάποια όρια μέσα στο μυαλό τους, όμως εκείνο που έχει ανατραφεί και ανδρωθεί, έτσι ενισχυθεί με όλην αυτή την φιλαυτία, δεν καταλαβαίνει τη λογική των γονέων που του λένε «όχι πλέον αυτό». Έχει σκοτιστεί δηλαδή ο νους του, αλλά σε αυτό είναι οι ηθικοί αυτουργοί, για να είμαστε έντιμοι, είμαστε εμείς οι γονείς που δεν το κάναμε.
Το ερώτημά σας είναι όμως όχι τόσο για την ευθύνη των γονέων· λέμε τώρα για την ευθύνη του παιδιού, το οποίο είναι θύμα αυτού του μπαζώματος. Θα πρόσθετα, όχι  μόνον των γονέων, στη συνέχεια όλο το σύστημα το εκπαιδευτικό κινείται σ’ αυτήν την θεμελίωση της αυτοπεποίθησης, της αξιοπρέπειας, όπως λέγεται κομψά, που είναι η φιλαυτία του, και μέχρι και τις μεταπτυχιακές του σπουδές και τα διδακτορικά του όλη η παιδεία στοχεύει σ’ αυτό. Στο να βασίζεται δηλαδή στο «εγώ» του ή, αν θέλουμε να μιλήσουμε και λίγο ως Έλληνες ή Κύπριοι, και στο μέσον προς τον άλλον. Και λέει ο προφήτης Ιερεμίας αυτός να ‘ναι καταραμένος, είναι καταραμένος, μάλλον, ο άνθρωπος, ο οποίος ελπίζει σε άλλους ή στον εαυτό του, επί τον βραχίονά του, δηλαδή έχει αυτοπεποίθηση. Καλούμαστε να ελπίζουμε και να εκζητούμε και όλα μας τα αιτήματα να απευθύνονται προς τον Θεό. Επομένως δεν είναι μικρό αυτό το πράγμα.
Τώρα το παιδί, για να απαντήσω ευθέως στο ερώτημα, με βάση την Ορθόδοξη Θεολογική Ανθρωπολογία ο άνθρωπος όσες αμαρτίες και αν κάνει, κατά ποικίλους τρόπους, θα λέγαμε όλες τις αμαρτίες όλων των ανθρώπων να τις κάνει ένας άνθρωπος, δεν επιτρέπει ο Θεός να καταστραφεί το κατ’ εικόνα. Το κατ’ εικόνα του ανθρώπου, που έχει το λογικό και το αυτεξούσιο, αυτά είναι τα κύρια χαρακτηριστικά του, σκοτίζεται μεν δεν καταστρέφεται δε. Καταστρέφεται λέει ο Λούθηρος π.χ. ή οι Ρωμαιοκαθολικοί θα μας πουν δεν έπαθε τίποτα. Και οι δύο είναι άσχετοι απ’ την πραγματικότητα. Η πραγματικότητα πείθει ότι σκοτεινιάζει ο νους μας μόλις, όχι κάνουμε μια αμαρτία, μόλις σκεφτούμε ή συγκατατεθούμε στην αμαρτία. Λέμε «γιατί το ‘κανες αυτό;», «σκοτείνιασε το μυαλό μου». Πώς σκοτείνιασε; Έτσι; «Μα δεν το ήξερα». Γιατί δεν το ήξερες; Η άγνοια δεν είναι ποτέ αγνή. Έχουμε κάνει κάποιες άλλες αμαρτίες νωρίτερα, οι οποίες μας σκοτείνιασαν κι έχουμε αυτή την άγνοια. Όμως δεν επιτρέπει ο Θεός να καταστραφεί γιατί διαφορετικά δεν θα μπορούσε να κριθεί. Φανταστείτε ανθρώπους, οι οποίοι κάτω από την καταθλιπτική πίεση του περιβάλλοντός τους έχουνε μπαζωθεί τόσο. Όμως παραμένει μέσα αυτή η αναζήτηση του Θεού, δηλαδή δεν επιτρέπει την καταστροφή, όμως ο άνθρωπος σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να απελευθερωθεί από αυτά τα μπάζα, δεν μπορεί να απελευθερωθεί, πολύ περισσότερο από τον δαίμονα, ο οποίος ενεργεί μέσα του· γιατί όλα αυτά καταλαβαίνετε ποιον εισηγητή έχουν, είναι γνωστό, σε όλα τα επίπεδα. Άρα, ο άνθρωπος δεν είναι χωρίς ελπίδα, να πούμε ότι αυτός, επειδή είχε το άλφα περιβάλλον· βεβαίως έχει, όπως έλεγε ο π. Παΐσιος, έχει πολλά ελαφρυντικά. Στο δια ταύτα όμως, μας απάντησε ο Απόστολος Παύλος ότι εκείνοι που δεν έχουν νόμο θα χαθούν διότι δεν άκουσαν τη συνείδησή τους, οι δε υπό νόμον όντες θα κατακριθούν, όταν αμαρτάνουν, επειδή αμάρτησαν. Άρα κανείς δεν έχει το ακαταλόγιστο.
Όταν ο άνθρωπος, όπως μας λέει στην Προς Ρωμαίους, όταν έχει την δυνατότητα πριν από το βάπτισμα να βλέπει τα αόρατα του Θεού τοις ποιήμασι, όπως λέει καθοράται, η τε αΐδιος αυτού δύναμις και θειότης (Ρωμ. 1, 20), άρα μιλά για τους λόγους των όντων, άρα ο άνθρωπος μπορεί να δει πάρα πολλά πράγματα, άσχετα αν δεν το ομολογεί, που τον οδηγούν και στη διαπίστωση της ανεπάρκειάς του και προς τον Θεό γιατί είναι εικόνα Του. Επομένως, με δεδομένο τώρα ότι ο Θεός είναι που μας αναζητεί, με δεδομένο ότι ο Θεός είναι μανιώδης εραστής της σωτηρίας του ανθρώπου, όπως μας λέει ο Άγιος Νικόλαος Καβάσιλας, ή ο μανιωδέστερος των εραστών, όπως θα μας πει ο Ιερός Χρυσόστομος, τούτο σημαίνει ότι έχουμε έναν Θεό, δηλαδή πάνσοφο ον, το οποίο ξέρει όλα τα δεδομένα μας και κάνει έτσι τα πράγματα ώστε να είμαστε αναπολόγητοι, δηλαδή να μας φέρει τέτοιες δυσκολίες στη ζωή· θυμηθείτε τη Παραβολή εκείνη με τον Δείπνο, που παραιτούνταν όλοι κτλ και λέει για τους άλλους, επειδή υπάρχει χώρος κτλ, ανάγκασον εισελθείν (Λουκ., 14, 23). Η ανάγκη δεν έχει σχέση με την καταστολή ή την ακύρωση του αυτεξουσίου, αλλά με τη δημιουργία τέτοιων συνθηκών, θα λέγαμε αδιεξόδου, που ο άνθρωπος εκείνο που δεν έκανε από φιλοτιμία, το κάνει πλέον από ανάγκη. Τι είναι αυτά; Κάποια ασθένεια, κάποιος θάνατος, κάποιες άλλες οικονομικές και άλλες δυσχέρειες, οι οποίες βοηθούν και ανά πάσα στιγμή ο Θεός για τον καθένα μας –αν κανείς το προσέξει μένει κατάπληκτος- η πρόνοια του Θεού είναι εμφανής στην καθημερινή μας ζωή, για όλους όμως! Απλώς ορισμένοι βλέπουν και δοξάζουν κι ευχαριστούν τον Θεό καθημερινώς. Άλλοι, που δεν το βλέπουν, δε σημαίνει ότι γι’ αυτούς ο Θεός έκανε απεργία, σαν τους Έλληνες και τους Κυπρίους, έτσι; Δεν κάνει ο Θεός απεργία, μας το είπε ο ίδιος ο Χριστός, ο Πατήρ μου άρτι εργάζεται καγώ εργάζομαι (Ιωάν., 5, 17), και κατά την ερμηνεία την αυθεντική του Ιερού Χρυσοστόμου, είναι η πρόνοια του Θεού για όλους τους ανθρώπους, αφού θέλει πάντας, χωρίς εξαίρεση, πάντας ανθρώπους θέλει σωθήναι (Τιμ. Α’, 2, 4). Αυτό δε σημαίνει όμως ότι όλοι θα σωθούν, και δεν θα σωθούν επειδή δεν θέλουν· εκεί είναι το πρόβλημα. Άρα, υπάρχει ελπίδα για όλους αυτούς.
Η Εκκλησία τώρα, με το έργο αυτό που κάνει, παρουσία του πιστού, μέσα από το οποίο ξεχύνεται και φανερώνεται η Χάρη του Θεού, όσο και αυτός αν θέλει να την κρύψει, λειτουργεί ευεργετικά στο περιβάλλον του, έστω κι αν ο άλλος δεν κάνει και πολλά πράγματα. Μια θερμάστρα, για να μεταθέσω το ερώτημα αντίστροφα, αν εμείς είμαστε σωστοί, αν εμείς είμαστε μία θερμάστρα, αν εμείς είμαστε ένα φως, ετερόφωτο βεβαίως γιατί φως εκ του φωτός είναι, είναι ανάκλαση στον τενεκέ που είμαστε εμείς, όπως έλεγε ο π. Παΐσιος, καθαρισμένο όμως και προσανατολισμένο προς το φως· όταν ο άλλος προσβλέπει σε μας, βλέπει το φως του Θεού. Αυτό είναι δική μας ευθύνη. Όταν εμείς έχουμε την θέρμη της αγάπης, ο άλλος αισθάνεται κοντά μας αυτή την θέρμη. Όπως όταν έχει, το έλεγε και το διαπιστώσαμε, κι ο π. Εφραίμ ο Κατουνακιώτης κι ο π. Παΐσιος, ανάλογα με το φρόνημα που έχει κανείς μέσα του, το οποίο οφείλεται στο πνεύμα που έχει, ή τα πνεύματα αναλόγως που έχει μέσα του, αυτό φαίνεται στο περιβάλλον του, το ανθρώπινο, ακόμη και αν δε μιλάει. Το βλέμμα του έχει μία παγερότητα ή έχει μια γλυκύτητα, αντιστοίχως προς το πνεύμα, το οποίο έχει μέσα του. Ε, αυτό το πράγμα είναι η ευθύνη η δική μας και για τους άλλους. Αυτή είναι η κατ’ εξοχήν αγάπη, η αγάπη του Θεού, η οποία εκχέεται εν ταις καρδίαις ημών και ξεχειλίζει προς τους άλλους με τον τρόπου του Θεού.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου